12os Pithikos
Μια Φορά Και Ένα Καιρό (Mia Fora Kai Ena Kairo)
Μία φορά και ένα καιρό σε μια μικρή γειτονιά
Ήταν ένας πιτσιρίκος που 'χε φευγάτα μυαλά
Καθώς μεγάλωνε η ζωή κυλούσε χαλαρά
Κάνα τσιγάρο, κάνα ξύδι κι όλα κυλούσαν καλά
Καμιά μπάλα, κάνα ξύλο μέχρι τα δέκα εννιά
Είχε φίλους που τον αγαπούσανε πραγματικά
Ήταν αλάνι, δεν είχε στο μυαλό του την πουστιά
Όμως τελευταία σκεφτότανε θολά
Ώσπου ξαφνικά χάθηκε, τηλέφωνα δεν σήκωνε
Τον είδαν να κοιμάτε στο πάρκο, όρθιος είπανε
Τον είδανε να τριγυρνάει με κάτι παιδιά
Που πάντοτε μέχρι τώρα κρατούσε μακριά
Τους φίλους του δεν βλέπει πλέον γιατί τον ψιλοκράζουνε
Δεν το κάνουνε για κακό, λίγο μυαλό του βάζουνε
Όμως αυτός κολλημένος εκεί
Είναι δύσκολο τώρα γιατί έχει γλυκαθεί
Πέντε μήνες μετά ζητιανεύει για ψιλά
Σέρνεται σαν σκουπίδι με τα μάτια χαμηλά
Προσπαθεί να κοιτάξει το κόσμο διαφορετικά
Όμως ο κόσμος τον διώχνει και τον φοβάται φυσικά
Τι έχει συμβεί;
Ο μάγκας βρήκε τον παράδεισο σε υγρή και βρώμικη μορφή
Σιωπή επικρατεί
Τον βλέπουνε γνωστοί και παγώνουν για μια στιγμή
Του λεν "Τι γίνεται ρε συ;", μα ούτε να μιλήσει δεν μπορεί
’Ώσπου ένα βράδυ έμεινα στο πάτωμα ξερός...
"ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ"
Καλέσαν ένα ασθενοφόρο για να πάρει ένα νεκρό
Από ένα πάρκο που όνειρα γεννιούνται και όνειρα σβήνουνε
Εκεί που ζωντανοί-νεκροί τα νιάτα τους αφήνουνε
Ποτέ δεν θα ξεφύγουμε
Το παραμύθι είναι ωραίο
Μα τελικά γίνεται δράμα. Ήταν μοιραίο
Είπαν πως συνήλθε γι'αυτό ξεκόλλησε
Πάλι καλά που καμιά αρρώστια δεν κόλλησε
Ειπαν πως τώρα είναι πάλι καθαρός
Φοβήθηκε πολύ όταν είδε το άσπρο φως
Είπε πως από 'δω και πέρα όλα θα ’ναι καλά
Πήγε και τα ξαναβρήκε με την παλιά του κοπελιά
Όμως ο μάγκας είχε κάτι άλλο στο μυαλό του
Βλέπεις, δεν τα 'χε ποτέ καλά με τον εαυτό του
Ήταν άρρωστος. Νόμιζε είναι άτρωτος
Ήξερε την αλήθεια, πως στα αλήθεια είναι άσωτος
Όλοι προσπάθησαν, εκτός απ'αυτόν για το καλό του
Τον άφησαν οι πάντες, ακόμα και ο εαυτός του
Άκουσε με, κοίτα όλοι κάνουμε λάθη
Ο άνθρωπος πρέπει να πάθει για να μάθει
Άκου λίγο φίλε μου αυτό που θα σου πω
Όταν σου δείχνουνε το δρόμο να μη κάνεις το τυφλό
Άκουσε με, κοίτα δεν είμαι ο μπαμπάς σου
Αυτά υπαρχουν στη γειτονιά μου, στη γειτονιά σου
Άκουσε με, δεν ζητάω πολύ, ένα λεπτό
Η ζωή σου είναι μάγκα μου το πιο σημαντικό

Απευθείας από τη Θεσσαλονίκη
Είμαστε λίγοι, αλλά λύκοι
Ποτέ μας δεν φάγαμε νταβατζιλίκι
Είμαστε ακόμα αληθινοί σε τεντομένο σκοινί
Περπατάμε, πάμε, κοιτάμε, πετάμε, θυμάμαι, χαμογελάμε
Χαμογελάω σε ένα πρόσωπο που με γεμίζει, στην Αλίκη
Μακριά στην χώρα των θαυμάτων, συναισθημάτων
Μου θύμισε πως το χαμόγελο είναι προσόν
Η δύναμη είναι μέσα μας και όχι στα χέρια των πολλών
Λοιπόν, θα δόσω τη φωτιά μου
Τα τελευταία βράδια με τρελαίνουν οι εφιάλτες, τα όνειρά μου
Η καρδιά μου δεν ξέρω πόσο θ' αντέξει. Ακόμα σε κόμμα πέφτω
Κράτα με γιατί αγριεύω..
Δεν κλέβω όνειρα αλλονών, έχω δικά μου
Ό,τι θέλω το παλεύω, το κερδίζω με την μαγκιά μου
Καπνοί παντού, εκτός εαυτού, καπνός και τα (φου) με πάνε αλλού
Ζω μέσα σε μια πόλη που όλοι κοιτάν τον κώλο τους
Πως θα κλέψουν, πως θα φάνε για τα βρουν τον δρόμο τους
Γαμώ τους νόμους τους
Το κράτος, τους βρώμικους αστυνόμους τους
Είμαι παράνομος, δεν μ' άγγιξε ο ρόλος τους
Με φοβίζω όταν την καρδιά μου γεμίζω με μίσος
Ίσως γιατί όλα γύρω μου θέλουν λεφτά
Αμάξια, κινητά, μοδάτα μαλλιά, χρυσαφικά
Φυσικά, δεν μ' αγγίζουν όλ' αυτά
Κοινωνία ώρα μηδέν, πάρτε χαμπάρι
Πουλάτε την ψυχή σας στο διάβολο με καμάρι
Σας νοιάζει μόνο να 'σαστε ωραίοι, να σας κοιτάνε
Μυαλά μικραίνουνε
Ενώ δίπλα σας παιδιά πεθαίνουνε
Ακούστε να σας πω μία ακόμα ιστορία
Που ’ναι βγαλμένη απ’ τη ζωή, μέσα στα θρανία
Ένα παιδί ένα βράδυ χωρίς δίπλωμα με μηχανάκι
Μόλις του είχε δώσει ο κολλητός του ένα τσιγαράκι
Τον πετυχένουνε μπάτσοι, του λένε κάνε στην άκρη
Μα φοβήθηκε το κάγκελο, πατάει γκάζι
Που να πάει;
Το πενηνταράκι δεν πετάει
Για κακή του τύχη τρέχοντας τον κυνηγάει
Γιατί εκείνο το βράδυ ο καυλόμπατσος είχε τα νεύρα του
Γιατί είχε πιάσει να πηδιέται μ' άλλον η γυναίκα του
Ούρλιαξε (Ακίνητος!), κάπου έπρεπε να τα βγάλει
Θόλωσε, αγρίεψε, πάτησε τη σκανδάλη
Το παιδί έπεσε
Ο μπάτσος έτρεξε ανήσυχος
Πάγωσε στα πόδια του ένας νεκρός ανήλικος
Ήταν αργά και το είχε μετανιώσει
Το κράτος είπε "Έκανε το καθήκον του" πριν τον αθωώσει
Η μάνα του παιδιού ξεσπάει στην οργή της
Φωνάζει κλέγοντας, μα έχει χάσει τη φωνή της
Το αγγελούδι της έφυγε, δεν την θέλει τη ζωή της
Ποιος θα της δώσει πίσω μπάτσε το παιδί της;