Το Κάλεσμα (To Kalesma)

Με τους συμπότες ήμουνα και γιόρταζα τη μέρα
Μα ξαφνικά ένας δυνατός άνεμος με πήρε απ’ την καρέκλα
Μ’ έδειρε, με στροβίλισε σαν να `μουν σκουπιδάκι
Στους καταρράκτες τ’ ουρανού ξαναβαπτίστηκα

Η πόλη που μεγάλωσα μου στέλνε τα φιλιά της
Μόνο η καλή μου έλειπε γιατί έμπλεξε τις ζίγρες στα μαλλιά της
Χάλκινα απ’ τη Γουμένισσα κι απ’ το Γιδά ζουρνάδες
Κι απ’ την Αγιάσσο γέροντες χορεύαν σιωπηλά

Κοντά μου κι ο προφήτης μου, της γειτονιάς μαγκάκι
Κρατούσε αλφαβητάριο κι είχε στο χέρι Μάρτη
Άνοιξε το βιβλίο του στην πρώτη τη σελίδα
Ξεπήδησαν τα γράμματα και γίνηκαν πουλιά

Κι ο Ιωσήφ που πέρναγε μοιραία ή κατά τύχη
Από τα’ αυτί του τράβηξε και μου `δωσε του μαραγκού μολύβι
«Πάρε και γράψε, αγόρι μου με το καλό σου χέρι
Ό,τι η ψυχή σου λαχταρά στο άδειο το χαρτί»

Στον Ιορδάνη ήμουνα ή μήπως στο Ασμάκι;
Κι έγραψα με τ’ αριστερό άδεια ζωή ήρεμα και μ’ αγάπη:
«Αχ, να `μουνα καλύτερος, αχ, να μην ήμουν ψεύτης
Και το μεγάλο κάλεσμα να μην φοβόμουνα»